Ο ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου προετοιμάζει φάκελο για έγκριση και ένταξη της Μονάδας στο συνολικό έργο ΣΔΙΤ για τις Κυκλάδες, που βρίσκεται ήδη σε διαγωνιστική διαδικασία.
Η Μονάδα Αποβλήτων στη Νάξο θα ενταχθεί τελικά στο έργο ΣΔΙΤ για τις Κυκλάδες (Μύκονο, Σύρο, Πάρο και Τήνο), ο διαγωνισμός του οποίου βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Φορέας Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Νοτίου Αιγαίου (ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου) προετοιμάζει τον σχετικό φάκελο για την επικαιροποίηση του έργου σε Μονάδα Ανάκτησης και Ανακύκλωσης και την υποβολή του στη Μονάδα ΣΔΙΤ για έλεγχο και στη συνέχεια για έγκριση από τη Διυπουργική Επιτροπή, σύμφωνα με σχετικές δηλώσεις αρμόδιου στελέχους στο naxostimes.
Το καλοκαίρι του 2026 προηγήθηκε δημόσια διαβούλευση από τον Δήμο Νάξου για το έργο, καθώς η αρχικά σχεδιασμένη μονάδα διαχείρισης αποβλήτων είχε βγει από το 2020 σε διαγωνισμό με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ, που όμως δεν κατέληξε σε ανάδοχο. Το έργο απεντάχθηκε από το προηγούμενο ΕΣΠΑ, χωρίς ωστόσο να απωλέσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης από το νέο ΕΣΠΑ, και του δόθηκε μια δεύτερη δυνατότητα υλοποίησης στο πλαίσιο του τρέχοντος διαγωνισμού για τις περιβαλλοντικές υποδομές σε Μύκονο, Σύρο, Πάρο και Τήνο.
Η επικαιροποίηση της μονάδας της Νάξου, προκειμένου να ενταχθεί στο ΣΔΙΤ, περιλαμβάνει την αναμόρφωση των τεχνικών και οικονομικών δεδομένων με βάση τους νέους στόχους της ανακύκλωσης, της ξεχωριστής συλλογής και ανάκτησης αποβλήτων και τις αυξημένες ποσότητες απορριμμάτων την τουριστική περίοδο. Στόχος είναι η άμεση ενσωμάτωση στο υφιστάμενο έργο ΣΔΙΤ των Κυκλάδων. Σε ό,τι αφορά τη χωροθέτηση, δεν αλλάζει, καθώς η νέα ΜΑΑ προβλέπεται και πάλι στην ευρύτερη περιοχή, όμορα του ΧΥΤΑ Νάξου.
Σημειώνεται ότι το έργο ΣΔΙΤ για τις Κυκλάδες αποτελείται από τρεις μονάδες ανακύκλωσης σε Μύκονο, Σύρο και Πάρο και έναν σταθμό μεταφόρτωσης στην Τήνο.
Πέρα από τον μεγάλο του προϋπολογισμό, της τάξης των 194,9 εκατ. ευρώ, έχει και ένα άλλο σημαντικό πλεονέκτημα: τη δημόσια χρηματοδότηση, έως και 80% του προϋπολογισμού του, που θα προέλθει από την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, μειώνοντας σημαντικά το ρίσκο για τους επενδυτές.
Σε ό,τι αφορά το επενδυτικό ενδιαφέρον, είναι αυξημένο και στον διαγωνισμό συμμετέχουν εταιρείες και εκτός του παραδοσιακού τομέα των ΣΔΙΤ.
