Το περί της ασφάλειας βαριά λαβωμένο αίσθημα του ευρύτερου κοινού, αλλά και των εργαζομένων στα έργα, δεν θα παραβλέπει εφεξής ακόμα και την πλέον ελάχιστη απόκλιση σε θέματα ασφαλείας
Ο σάλος που δημιουργήθηκε λόγω της αλλαγής μεθοδολογίας της σήραγγας της υπό κατασκευή Γραμμής 4 του Μετρό στην Κατεχάκη, ανεξάρτητα από το αν τελικά αποδειχθεί από την Ένορκη Διοικητική Εξέταση (όπως ήδη διαφαίνεται) ότι δεν δημιούργησε θέμα ασφαλείας, οδηγεί σε ένα προφανές συμπέρασμα που είναι καλό να ληφθεί υπόψη, τόσο από τους μελετητές όσο και κυρίως από τους κατασκευαστές: Οτι δηλαδή, το περί ασφάλειας αίσθημα του ευρύτερου κοινού αλλά και και των εργαζομένων στα έργα, είναι τόσο βαριά λαβωμένο απο την συνολική διαχείριση του ατυχήματος των Τεμπών, ώστε να μην παραβλέπει εφεξής ακόμα και την πλέον ελάχιστη απόκλιση σε θέματα που αφορούν την ασφάλεια στα έργα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο παράγων ασφάλεια στα έργα αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα, πρώτον για την Πολιτεία και τις αναθέτουσες αρχές που φέρουν την τελική ευθύνη, αναλαμβάνοντας και το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε αστοχίας, δεύτερον για τους αναδόχους των έργων οι οποίοι θα κρίνονται (και θα επικρίνονται) πολύ πιο σκληρά σε σχέση με το παρελθόν ακόμα και για τις πιο μικρές ατέλειες σε θέματα ασφαλείας, και τρίτον για τους μελετητές, που και εκείνοι απο την δική τους πλευρά θα ελέγχονται για την σωστή πρόβλεψη και τον μηδενισμό των κινδύνων, τόσο σε επίπεδο υλοποίησης όσο και σε επίπεδο λειτουργίας των έργων.
Σε κλίμα έντονης δυσπιστίας
Ειδικά για τα μεγαλύτερα έργα συγκοινωνιών, όπως Μετρό και δρόμοι, φαίνεται ότι η κοινή γνώμη από τα Τέμπη και μετά, έχει απολέσει σε μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη της σε θέματα της ατομικής ασφάλειας των πολιτών στις μεταφορές σε ότι αφορά καταρχάς το Κράτος. Δεν θα ξεχάσει για πολύ καιρό και μέσα σε αυτό το κλίμα της έντονης δυσπιστίας θα έχει ιδιαίτερα επικριτική διάθεση και προς τις εταιρείες που υλοποιούν τα έργα στην εκλαϊκευμένη λογική “ότι αναθέτουσες αρχές και εταιρείες τα κάνουν πλακάκια, είτε για να γίνουν τα έργα πιο γρήγορα είτε ακόμα και πιο οικονομικά”. Ακόμα δε περισσότερο θα είναι επικριτική προς τις μεγαλύτερες εταιρείες, θεωρώντας ότι παίρνουν δισεκατομμύρια δημοσίου χρήματος για να τα υλοποιούν, παραγνωρίζοντας ασφαλώς τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν απο την πλευρά τους και οι εταιρείες.
Ευαίσθητες ισορροπίες
Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της αλλαγής μεθοδολογίας της σήραγγας της Γραμμής 4 του Μετρό από την Κοινοπραξία ΑΒΑΞ – GHELLA – ALSTOM. Τι είδαμε:
Πρώτον, την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υποδομών εκπροσωπούμενη από τον έμπειρο υφυπουργό Υποδομών κ. Νίκο Ταχιάο να σπεύδει με αγωνία για διευκρινίσεις προς όλα τα ΜΜΕ, αποκλείοντας ζητήματα ασφάλειας στο σημείο της παρέμβασης, χωρίς όμως να αποκρύπτει ότι το υπουργείο Υποδομών δεν είχε γνώση ότι στο εργοτάξιο της Γραμμής 4 άλλαξε η μεθοδολογία σε σχέση με αυτήν που προέβλεπε η αρχική μελέτη.
Δεύτερον, την Ελληνικό Μετρό με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. Νίκο Κουρέτα, να εξηγεί ότι το λάθος αφορούσε αποκλειστικά την αλληλουχία εκσκαφής των φάσεων και ότι “προφανώς για λόγους επίσπευσης, η εταιρεία προσπάθησε να σκάψει πιο γρήγορα, αλλά στη συνέχεια τη σταμάτησε η αναθέτουσα αρχή.
Τρίτον, την κατασκευάστρια εταιρεία ΑΒΑΞ με τον Νίκο Μιτζάλη να δηλώνει στην αυτοψία ότι με βάση το χρονοδιάγραμμα πολλές φορές υπάρχει η ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες και για αυτό η εταιρεία εφάρμοσε έναν άλλο τρόπο, χωρίς όμως να αλλάζει η μελέτη και χωρίς σε καμία περίπτωση να δημιουργούνται ζητήματα ασφάλειας για τους εργαζόμενους.
Τέταρτον, τους ίδιους του εργαζόμενους στο έργο μέσω επιστολής της ΤΕ Κατασκευών της Κομματικής Οργάνωσης Αττικής του ΚΚΕ να μην πείθονται και να αιτούνται μέτρα ασφαλείας στην κατασκευή της γραμμής 4 του μετρό. Να αναφέρουν επιπλέον ότι η Ελληνικό Μετρό ουδέποτε είχε πρόθεση να καταγγείλει την AVAX, καθώς όλοι μαζί συγκαλύπτουν ότι η αιτία που τα εργοτάξια γίνονται απέραντες κοιλάδες των Τεμπών είναι το κυνήγι του κέρδους.
Πέμπτον, τη δημοσιοποίηση με την ευκαιρία από ορισμένα μέσα ιδιαίτερα επιθετικών δημοσιευμάτων για την ΑΒΑΞ. Το πλέον χαρακτηριστικό είναι η προσωρινή έκθεση Επιτόπιας Επιθεώρησης, σύμφωνα με την οποία η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του προγράμματος «Μεταφορές» του ΕΣΠΑ φέρεται να ζητά την επιστροφή του 10% της προκαταβολής, δηλαδή 12,8 εκατ. ευρώ από τα 128 εκατ. ευρώ που εισέπραξε η ΑΒΑΞ για το συγκεκριμένο έργο καθώς η καθυστέρηση στην υλοποίησή του ξεπερνά τα δύο χρόνια.
Είναι εύλογο, λοιπόν, γιατί ο παράγων ασφάλεια θα πρέπει να τοποθετηθεί εφεξής από όλους τους φορείς ανάθεσης και υλοποίησης των έργων στην κορυφή των προτεραιοτήτων, ακόμα πιο πάνω και από τον εξίσου κορυφαίο παράγοντα της έγκαιρης εκτέλεσης. Όλοι γνωρίζουν ότι η ασφάλεια κοστίζει, είτε μετρώντας την σε χρόνο, είτε σε απευθείας κατασκευαστικό κόστος, πλην όμως αποτελεί πλέον λαϊκό αίτημα και ακόμα και η υποψία παρέκκλισης θα κρίνεται καταδικαστέα.
